60 χρόνια μετά Αντωνάκης και Ελενίτσα μετακομίζουν στις Βρυξέλλες!

Συντάκτης:
Εκτυπώστε το άρθρο

Μία από τις πιο γνωστές ελληνικές ταινίες όλων των εποχών ξαναγίνεται, 60 χρόνια μετά, θεατρική παράσταση δια χειρός Γιάννη Αμπαζή και για 4 παραστάσεις στις Βρυξέλλες. Λίγα εικοσιτετράωρα πριν την πρεμιέρα του «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» ο Τάσος Νυχάς και ο Γιάννης Αμπαζής μιλούν στο Newsville.be και τον Γιάννη Δήμα για την νέα θεατρική προσπάθεια του Ελληνικού Θεατρικού Εργαστηρίου.

Η τελευταία πρόβα, πριν η θεατρική ομάδα του Ελληνικού Θεατρικού Εργαστηρίου μπει στο Joli Bois, κύλησε άψογα. Καλοκουρδισμένοι και ετοιμοπόλεμοι οι ηθοποιοί, κάνουν τα τελευταία περάσματα υπό το άγρυπνο βλέμμα του σκηνοθέτη Γιάννη Αμπαζή. Τελευταίες λεπτομέρειες, μικρές διορθώσεις, τετ-α-τετ συζητήσεις για τις πινελιές που θα κάνουν την διαφορά. Σε διπλανό χώρο, με πολύ λιγότερη ένταση από αυτή που επικρατεί στο πιο «θεατρικό» γκαράζ των Βρυξελλών, ο Τάσος Νυχάς ήδη προετοιμάζει το επόμενο θεατρικό βήμα της ομάδας. Η συνέντευξη μας θα αρχίσει με την ανασκόπηση της θεατρικής «χρονιάς» που έφυγε και τα μελλοντικά σχέδια του Εργαστηρίου που φέτος κλείνει τα 35 χρόνια λειτουργίας.

nyhas2

Κύριε Νυχά, πείτε μας δύο λόγια για την δράσεις του Ελληνικού θεατρικού Εργαστηρίου κατά την περίοδο 2018-19 καθώς και τα σχέδια για την νέα θεατρική χρονιά που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Την περίοδο 2018/2019 ανεβάσαμε το έργο του Αλεξάνδρου Ρίζου-Ραγκαβή «Γάμος Άνευ Νύμφης» (Οκτώβριος 2018) με το οποίο συμμετείχαμε με επιτυχία στο 35 ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου Καρδίτσας κερδίζοντας τρία βραβεία: Β΄ Αντρικού ρόλου, Ενδυματολογίας και Διαχρονικής Προσφοράς στην «ιδέα του ερασιτεχνικού θεάτρου». Επίσης ανεβάσαμε το έργο του Βασίλη Κατσικονούρη «Ο Μάκης» (Μάρτιος 2019) σε μια ειδική συνεργασία με τον ΚΥΚΛΟ Βρυξελλών, όπου εκτός από την παράσταση ο ίδιος ο συγγραφέας και η θεατρολόγος Κατερίνα Θεοδωράτου μίλησαν για το Μάκη και το έργο του συγγραφέα γενικότερα. Συμμετείχαμε επίσης και στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου που εδώ και δυο χρόνια διοργανώνεται στις 27 Μαρτίου από όλες τις Ελληνικές Θεατρικές Ομάδες των Βρυξελλών. Για τη νέα περίοδο που σηματοδοτεί και τα 35 χρόνια λειτουργίας της Ομάδας μας (ιδρύθηκε το 1984) εκτός από την τωρινή παράσταση του έργου του Γιώργου Τζαβέλλα «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα«, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Αμπαζή, ετοιμαζόμαστε για μια παράσταση στις αρχές Μαρτίου του 2020, με το έργο του Δημήτρη Χριστοδούλου «Το Ψέμα του Ιάσονα», ένα διαχρονικό πολιτικό έργο. Θα κλείσουμε τη χρονιά τον Οκτώβριο του 2020 με ένα έργο για μικρούς και μεγάλους, σε συνεργασία με τη Θεατρική Ομάδα ΑλΜΑ.

nyhas1

Ως κινηματογραφικό έργο το «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965) συγκαταλέγεται στις πιο γνωστές, επιτυχημένες ελληνικές ταινίες. Με ποιο τρόπο το συγκεκριμένο έργο θα μπορούσε να μας αφορά σήμερα;

Κατ’ αρχήν να πούμε ότι το κινηματογραφικό έργο του 1965 ακολούθησε το θεατρικό με τον ίδιο τίτλο που γράφτηκε από τον Γιώργο Τζαβέλλα για το θεατρικό ζευγάρι Βασίλη Λογοθετίδη – Ίλυας Λιβυκού και παίχτηκε την περίοδο 1958/1959, δηλαδή 60 χρόνια πριν. Παρότι σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται αρκετά «πρωτόγονο» σήμερα, υπάρχουν στοιχεία που από κοινωνικής πλευράς παραμένουν επίκαιρα -οι σχέσεις των δύο φύλων για παράδειγμα. Ταυτόχρονα, το έργο μάς μεταφέρει στο κλίμα μιας άλλης εποχής, όταν στην Αθήνα το μέλλον σημαδευόταν από την «αντιπαροχή» και τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών αντικαθιστούσαν τις παλιές μονοκατοικίες. Και από την μεριά αυτή υπάρχει μια γοητεία.

Nyhas3

Πως φτάσατε στην επιλογή του Γιάννη Αμπαζή για την σκηνοθεσία του θεατρικού αυτού έργου;

Δεν ήταν ακριβώς «επιλογή» με την έννοια ίσως που εννοείτε. Ο Γιάννης μετράει ήδη αρκετές συμμετοχές ως ηθοποιός στην Ομάδα μας που έτσι και αλλιώς είναι σχετικά «χαλαρή», χωρίς ΔΣ, εκλεγμένα όργανα κλπ. Η προηγούμενη εξαιρετική σκηνοθετική του δουλειά με το Ελληνικό Θέατρο Βελγίου το 2013 στο έργο «Το Σώσε«, του Michael Frayn και η γενικότερη εκτίμηση όλων προς τη δουλειά και το πρόσωπό του οδήγησαν στην τωρινή συνεργασία που σηματοδοτεί την μετά τα 35 χρόνια εποχή της Ομάδας μας.

 

Ποιο είναι το μέρος της έκθεσης – ευθύνης ενός ηθοποιού και ποιο του σκηνοθέτη, και κατ’επέκταση της θεατρικής ομάδας, όσον άφορα στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα;

Για το θέμα έχουν γραφτεί πολλά από πολλούς του θεατρικού χώρου εγκυρότερους και καταλληλότερους από εμένα. Στην περίπτωση της δικής μας Ομάδας, στα ερασιτεχνικά πλαίσια που κινούμαστε, μας ενδιαφέρει πάντοτε ένα καλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεδομένου ότι δεν έχουμε το άγχος της οικονομικής επιβίωσης από τη δραστηριότητα αυτή. Έχουμε έτσι αποδεχτεί ότι ο σκηνοθέτης λειτουργεί ως ο πρώτος μεταξύ ίσων και επομένως μοιραζόμαστε όλοι είτε τη χαρά ενός καλού αποτελέσματος είτε τον προβληματισμό για μια παράσταση που θα μπορούσε να έχει γίνει καλύτερα.

 

Ampazis1

Γιάννη, ποιοι ήταν οι λόγοι που σε έκαναν να αναλάβεις την σκηνοθεσία του θεατρικού έργου «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα»;

Όταν μου πρότεινε ο Τάσος να σκηνοθετήσω το ελληνικό θεατρικό εργαστήρι, η αλήθεια είναι πως ήμουν πολύ διστακτικός. Βλέπεις είναι μία θεατρική ομάδα που μετράει ήδη 35 χρόνια παρουσίας και έχει καταπιαστεί με όλα τα είδη του ελληνικού θεάτρου με τεράστια επιτυχία. Ο Τάσος δε, πέρα του ότι είναι ένα εξαιρετικός σκηνοθέτης και ηθοποιός, έχει δημιουργήσει όχι απλά μία ομάδα, αλλά μια αληθινή οικογένεια. Θεωρούσα λοιπόν τεράστια ευθύνη το να αναλάβω το ρόλο του Τάσου για οποιαδήποτε παράσταση και αν ήταν. Ο λόγος που με έκανε αρχικά να δεχθώ, ήταν η αγάπη μου για το συγκεκριμένο έργο και το διαχρονικό του χιούμορ. Βρήκα, άλλωστε, πολύ ωραία πρόκληση να προσπαθήσω να «ξανα-διαβάσω» μια τόσο διάσημη σχέση όπως αυτή του Αντωνάκη και της Ελενίτσας. Πιο σημαντικό όμως ήταν ότι είχα τους κατάλληλους ανθρώπους για να με στηρίξουν σε αυτό το εγχείρημα. Από την μία τα παιδιά που αμέσως δέχτηκαν να παίξουν όταν τους το πρότεινα και από την άλλη τον Τάσο και τη Γεωργία Νυχά που με βοηθούσαν σε ό,τι τους ζητούσα.

Το συγκεκριμένο θεατρικό έργο έχει αποτυπωθεί στη μνήμη σχεδόν όλων των Ελλήνων ως μία κλασική, επιτυχημένη κινηματογραφική ταινία την οποία επίσης έχουμε δει πολλές φορές στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Ποιος είναι ο κίνδυνος αυτόματης σύγκρισης του θεατρικού που θα δούμε με την γνωστή αυτή ταινία;

Δεν νομίζω πως υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, γιατί απλά αυτά τα δύο δεν συγκρίνονται. Το ένα είναι μια κινηματογραφική ταινία και το άλλο είναι ένα θεατρικό έργο. Αν και το κείμενο είναι σχεδόν το ίδιο, οι κώδικες στο παίξιμο και στη σκηνοθεσία είναι τελείως διαφορετικοί. Στο θέατρο, π.χ., η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε ένα μόνο χώρο όπου βλέπουμε τους ηθοποιούς ταυτόχρονα πάνω στη σκηνή, στην ταινία υπάρχουν διαφορετικές τοποθεσίες, άλλος ρυθμός και μπορούμε να δούμε ξεχωριστά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των ηθοποιών. Αλλά το πιο βασικό είναι ότι εμείς είμαστε ερασιτέχνες και εκείνοι είναι επαγγελματίες. Και πρέπει να αποδεχθούμε ότι, αν και μια κακή επαγγελματική δουλειά μπορεί όντως να έχει ένα ερασιτεχνικό αποτέλεσμα, μία καλή ερασιτεχνική παράσταση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ισάξια με μια καλή επαγγελματική. Επιπλέον δε, το συγκεκριμένο έργο είναι τόσο δημοφιλές ώστε οι χαρακτήρες του, όπως αποτυπώθηκαν στον κινηματογράφο, αποτελούν πλέον κομμάτι του εαυτού μας, σαν να είναι συγγενείς και φίλοι μας που τους ξέρουμε χρόνια. Αν τώρα παρόλα αυτά, κάποιοι θεωρήσουν πως η παράστασή μας θα πρέπει να συγκριθεί με μια κλασική, επιτυχημένη κινηματογραφική ταινία, αυτό από μόνο του θα είναι ιδιαίτερα τιμητικό για εμάς. Αυτό όμως που θα ήθελα να συμβεί, είναι απλά να καταλάβουν οι θεατές από ποια σκοπιά προσεγγίσαμε το κείμενο και τους ήρωες, να αναγνωρίσουν ότι κάναμε μια προσπάθεια με σοβαρότητα και υπευθυνότητα και κυρίως να διασκεδάσουν με αυτό που θα δουν στην σκηνή.

B&W_00041

Πέρα από το απαιτητικό κομμάτι της παραγωγής ενός θεατρικού έργου, ποιες ήταν οι δυσκολίες που χρειάστηκε να αντιμετωπίσεις στο συγκεκριμένο θεατρικό έργο, ως σκηνοθέτης μιας ερασιτεχνικής ομάδας;

Γενικά το να είσαι ερασιτέχνης ο ίδιος και να σκηνοθετείς μια ερασιτεχνική ομάδα είναι από μόνο του ιδιαίτερα απαιτητικό. Σκέψου πως είμαστε 15 άνθρωποι, με διαφορετικές δουλειές και υποχρεώσεις που έπρεπε να συντονιστούμε και να αφιερώσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας στο ανέβασμα μιας παράστασης, παρόλο που κανένας μας δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Μερικές φορές ήταν κανονικό παζλ να βρεθούν ώρες και μέρες προβών που να εξυπηρετούν όλους. Για να λειτουργήσει, λοιπόν, όλο αυτό πρέπει να υπάρχει μία κοινή αντίληψη για την ευθύνη, την συνέπεια και τον σεβασμό προς τον χρόνο και την προσπάθεια των άλλων. Και αυτή ακριβώς είναι η δουλειά του ερασιτέχνη σκηνοθέτη. Είτε να μπορέσει να βρει τους κατάλληλους ανθρώπους από την αρχή, είτε να καταφέρει να δημιουργήσει στην πορεία αυτή την κοινή αντίληψη, θυσιάζοντας αρκετές φορές τους δικούς του χρόνους και προτεραιότητες. Στην συγκεκριμένη παράσταση νομίζω ήμουν πολύ τυχερός, αφού καταφέραμε πολύ γρήγορα να συντονιστούμε σαν ομάδα, τόσο γιατί οι περισσότεροι είχαν ήδη «θητεύσει» δίπλα στον Τάσο όσο και γιατί είχαμε μία σωστή οργάνωση λαμβάνοντας υπόψιν τους χρόνους και τις υποχρεώσεις όλων. Αν υπήρχε μια ιδιαίτερη δυσκολία ως προς το συγκεκριμένο έργο, ήταν ότι η ομότιτλη ταινία είναι τόσο χαραγμένη στο μυαλό μας, ώστε και ήθελα να αποφύγουμε να αντιγράψουμε -έστω και ασυνείδητα- τον τρόπο που έπαιζαν οι ηθοποιοί σε αυτήν. Και είμαι ικανοποιημένος γιατί πιστεύω πως τα καταφέραμε.

Ampazis3

Στο «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» θα δούμε ηθοποιούς οι οποίοι προέρχονται από άλλες θεατρικές ομάδες, το οποίο είναι μια τάση τελευταία που συναντάμε στις θεατρικές παραστάσεις και άλλων θιάσων στις Βρυξέλλες. Ποια πιστεύεις ότι είναι η ανάγκη από πλευράς ηθοποιού αλλά και σκηνοθέτη η οποία δημιουργεί τέτοιες ενδιαφέρουσες «συνέργειες»;

Θα μου επιτρέψεις μια μικρή διόρθωση. Στο «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» θα δούμε ερασιτέχνες ηθοποιούς που έπαιξαν σε παραστάσεις που είχαν οργανωθεί από άλλες ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες (καθώς και κάποιους που δεν έχουν ξαναπαίξει σε παράσταση στις Βρυξέλλες). Δεν πρέπει δηλαδή να ξεχνάμε ότι κανένας μας δεν είναι επαγγελματίας, άρα κανείς μας δεν έχει συμβόλαιο με κάποιο θίασο, κανένας δεν είναι ιδιοκτησία κάποιας ομάδας. Στο τέλος της ημέρας όλοι κάνουμε το ψώνιο μας, το κέφι μας . Αν εγώ έχω βρει ένα έργο που θέλω να το σκηνοθετήσω και η ομάδα που είμαι επικεφαλής δεν έχει τους κατάλληλους ανθρώπους για όλους τους ρόλους π.χ. λόγω ηλικίας, γιατί να μην φωνάξω κάποιον που έχω δει να παίζει αλλού; Ή αν παίζω σε μία ομάδα που έχει ένα συγκεκριμένο είδος ρεπερτορίου, γιατί να μην παίξω και σε μία άλλη ομάδα και να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό; Επομένως, το θεωρώ απολύτως φυσιολογικό να συμβαίνουν τέτοιου είδους ανταλλαγές, πολύ δε περισσότερο όταν όλες οι ελληνικές θεατρικές ομάδες απευθύνονται λίγο πολύ στο ίδιο κοινό. Ας παραμείνουμε σοβαροί στην προετοιμασία μίας παράστασης, αλλά ας μην παραπαίρνουμε τους εαυτούς μας στα σοβαρά.

Ampazis2

Φωτογραφίες: Αλεξ. Μιχαηλίδης / Newsville.be

Δεν υπάρχουν σχόλια για το άρθρο "60 χρόνια μετά Αντωνάκης και Ελενίτσα μετακομίζουν στις Βρυξέλλες!"

    Αφήστε το σχόλιο σας


    *