Η Δυτική Φλάνδρα γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μια εντυπωσιακή άνθηση στον τομέα της οινοπαραγωγής, σε μια εξέλιξη που μέχρι πρόσφατα θα έμοιαζε απίθανη. Η άνοδος της θερμοκρασίας, η αυξημένη επαγγελματοποίηση του κλάδου και το εντεινόμενο ενδιαφέρον καταναλωτών και επενδυτών έχουν μετατρέψει μια περιοχή που θεωρούνταν υπερβολικά ψυχρή και βροχερή για αμπελοκαλλιέργεια σε δυναμικό παίχτη στον οινικό χάρτη.
Μέσα στην τελευταία πενταετία, ο αριθμός των οινοπαραγωγών στη Δυτική Φλάνδρα υπερδιπλασιάστηκε. Συνολικά 63 παραγωγοί καλλιεργούν πλέον 155 εκτάρια σε περιοχές όπως το Heuvelland, το Zonnebeke και το Tielt. Η πρώτη οργανωμένη φύτευση αμπελιών στην περιοχή έγινε το 1996 στο Heuvelland. Σε εθνικό επίπεδο, οι βελγικοί αμπελώνες επεκτάθηκαν από 150 σε σχεδόν 600 εκτάρια μέσα σε μία δεκαετία.
Ποικιλίες όπως το Riesling, που παλαιότερα δυσκολεύονταν να ωριμάσουν στο βελγικό κλίμα, πλέον ευδοκιμούν χάρη στις υψηλότερες θερμοκρασίες. Σύμφωνα με τον σομελιέ José Lemahieu, οι μέσες θερμοκρασίες Δεκεμβρίου στην περιοχή φτάνουν πλέον τους 12 βαθμούς Κελσίου, έναντι λίγο πάνω από 10 βαθμούς στο παρελθόν. Παράλληλα, οι επενδύσεις Φλαμανδών επιχειρηματιών και η αξιοποίηση αυτοματοποιημένων διαδικασιών έχουν ενισχύσει την επαγγελματική οργάνωση της παραγωγής, επιτρέποντας μεγαλύτερη κλίμακα χωρίς έκπτωση στην ποιότητα.
Η ταχεία εξάπλωση των αμπελώνων συνοδεύεται, ωστόσο, από περιβαλλοντικές ανησυχίες. Η εντατική χρήση φυτοφαρμάκων παράγει ουσίες όπως οι τριαζόλες, οι οποίες ενδέχεται να καταλήγουν σε υδάτινα ρεύματα που τροφοδοτούν πόλεις όπως το Ieper και το Diksmuide. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου οφείλει να στηριχθεί σε υπεύθυνες πρακτικές, ώστε να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ οικονομικής προόδου και προστασίας του περιβάλλοντος.
Στη Βαλλονία, οι παραγωγοί προσαρμόζονται επίσης στις νέες κλιματικές συνθήκες. Η πρωιμότερη ωρίμανση των σταφυλιών συνοδεύεται από αυξημένους κινδύνους, όπως οι ανοιξιάτικοι παγετοί, οι πλημμύρες και τα παράσιτα, μεταξύ των οποίων η Drosophila suzukii, μια μύγα που προσβάλλει ώριμα σταφύλια και άλλα μαλακά φρούτα. Στο Château Bon Baron, κοντά στο Dinant, η οινοποιός Jeanette van der Steen εφαρμόζει πρακτικές όπως η χρήση αργίλου και η αραίωση των φύλλων, ενώ ο τρύγος έχει μετακινηθεί από τα μέσα Οκτωβρίου στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Παράλληλα, η χώρα επενδύει δυναμικά στον βιώσιμο οινοτουρισμό. Η πρωτοβουλία «Wine Street», μήκους 80 χιλιομέτρων, διασχίζει τις περιοχές Hageland, Haspengouw και την κοιλάδα του Meuse, συνδέοντας έξι οινικούς κόμβους και περίπου 60 σημεία γευσιγνωσίας και ενημέρωσης. Οι επισκέπτες μπορούν να περιηγηθούν με ποδήλατο ή πεζοί στους αμπελώνες, να δοκιμάσουν τοπική γαστρονομία και να γνωρίσουν βιώσιμες καλλιεργητικές πρακτικές. Στο Hageland, πέντε θεματικές διαδρομές συνδυάζουν αμπελώνες, δάση, ιστορικά κάστρα και οικογενειακά οινοποιεία, με δυνατότητες αγροτουριστικής φιλοξενίας και γαστρονομικών εμπειριών.
Τα βελγικά κρασιά αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη διεθνή αναγνώριση. Παραγωγοί όπως το Chant d’Éole στη Βαλλονία έχουν διακριθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς, μεταξύ άλλων με τον τίτλο «Best Sparkling Wine» στο London Wine Competition το 2020. Οι Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης και οι Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις ενισχύουν την ταυτότητα των περιοχών και λειτουργούν ως μοχλός τουριστικής ανάπτυξης, ενώ η Belgian Winegrowers Organization υποστηρίζει πάνω από το 80% των παραγωγών μέσω κατάρτισης και θεσμικής εκπροσώπησης.
Από τη ραγδαία ανάπτυξη της Δυτικής Φλάνδρας έως τις καινοτόμες πρακτικές στη Βαλλονία και τις επενδύσεις στον οινοτουρισμό, ο βελγικός αμπελοοινικός τομέας διανύει περίοδο μετασχηματισμού. Η κλιματική συγκυρία, η επιχειρηματική κινητοποίηση και η τεχνογνωσία διαμορφώνουν μια νέα, δυναμική πραγματικότητα για το κρασί της βόρειας Ευρώπης.
La Belgique vit sa révolution viticole
Climat plus doux, savoir-faire et œnotourisme: un terroir inattendu s’impose sur la carte des vins
Longtemps perçue comme trop fraîche et humide pour produire des vins de qualité, la Belgique est en train de bousculer les idées reçues. En Flandre occidentale notamment, le secteur viticole connaît une croissance spectaculaire, portée par le réchauffement climatique, l’investissement privé et une professionnalisation accrue.
En l’espace de cinq ans, le nombre de viticulteurs dans la province a plus que doublé. On en compte aujourd’hui 63, exploitant 155 hectares répartis entre Heuvelland, Zonnebeke, Tielt et d’autres communes. Les premières vignes y avaient été plantées en 1996. À l’échelle nationale, la superficie des vignobles belges est passée d’environ 150 hectares à près de 600 en dix ans.
Des cépages comme le Riesling, autrefois difficiles à maturité sous ces latitudes, bénéficient désormais de températures plus clémentes. Les moyennes hivernales ont sensiblement augmenté, facilitant la culture et améliorant la qualité des récoltes. L’arrivée d’investisseurs flamands et l’intégration de technologies modernes permettent aujourd’hui une production plus structurée, tout en maintenant un haut niveau d’exigence.
Cette expansion rapide soulève néanmoins des questions environnementales. L’usage intensif de certains produits phytosanitaires, dont les triazoles, suscite des inquiétudes quant à leur impact potentiel sur les cours d’eau alimentant des villes comme Ypres ou Dixmude. Les spécialistes appellent à un développement maîtrisé, conciliant performance économique et respect des écosystèmes.
En Wallonie, les producteurs s’adaptent eux aussi à un climat en mutation. Les vendanges ont été avancées de la mi-octobre au début septembre. Mais la hausse des températures s’accompagne de nouveaux défis: gelées printanières, inondations et ravageurs tels que la Drosophila suzukii. Au Château Bon Baron, près de Dinant, des techniques comme l’application d’argile ou l’effeuillage sont utilisées pour protéger les vignes.
La dynamique viticole belge s’accompagne d’un essor de l’œnotourisme durable. L’itinéraire «Wine Street», long de 80 kilomètres, relie le Hageland, la Hesbaye et la vallée de la Meuse. Il propose six pôles viticoles et une soixantaine d’adresses dédiées à la dégustation et à la découverte du terroir. Balades à vélo, promenades à travers les vignobles, gastronomie locale et séjours de charme enrichissent l’expérience.
Les vins belges gagnent également en reconnaissance internationale. Des domaines comme Chant d’Éole ont été primés lors de compétitions prestigieuses, confirmant la montée en gamme du secteur. Les appellations protégées renforcent l’identité régionale et soutiennent l’attractivité touristique, tandis que l’organisation professionnelle des vignerons accompagne la majorité des producteurs.
Portée par un climat plus favorable, une expertise croissante et un véritable engouement du public, la viticulture belge s’impose désormais comme l’un des exemples les plus dynamiques du renouveau des vignobles d’Europe du Nord.



Δεν υπάρχουν σχόλια για το άρθρο "Το βελγικό κρασί σε άνοδο: Η Δυτική Φλάνδρα στο επίκεντρο μιας νέας οινικής εποχής"