Στο χαμηλότερο σημείο από το 2005 καταγράφηκε το 2024 το επίπεδο ευημερίας στο Βέλγιο, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Bureau fédéral du Plan (BFP) για τους δείκτες βιώσιμης ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, η χώρα φαίνεται ότι βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης μόλις λίγο παραπάνω από του ενός τρίτου των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (ODD) που έχει θέσει ο ΟΗΕ για το 2030.
Από τους 51 επιμέρους στόχους που αξιολογούνται, οι 19 θεωρούνται σχεδόν επιτευχθέντες, γεγονός που συνιστά βελτίωση σε σύγκριση με πέρυσι. Η εικόνα είναι θετική σε τομείς όπως η διά βίου μάθηση, οι προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές και η έρευνα και ανάπτυξη. Ωστόσο, σημαντικές υστερήσεις εντοπίζονται στον κίνδυνο φτώχειας, στη μείωση των πληθυσμών αγροτικών πτηνών και στην ενεργειακή παραγωγικότητα. Συνολικά, όπως επισημαίνει το Bureau du Plan, τα περισσότερα από τα μη επιτευχθέντα ορόσημα αφορούν τον κοινωνικό τομέα.
Η ανάλυση της πορείας της ευημερίας από το 2005 έως σήμερα δείχνει καθοδική τάση που κορυφώνεται το 2024. Η επιδείνωση της γενικής κατάστασης υγείας, τόσο σωματικής όσο και ψυχικής, σε συνδυασμό με την πρόσφατη επιβάρυνση βασικών κοινωνικοοικονομικών δεικτών —όπως η σοβαρή υλική στέρηση— συγκαταλέγονται στους βασικούς παράγοντες της πτώσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφοροποιήσεις ανά ηλικιακή ομάδα. Σε όλες τις κατηγορίες καταγράφεται μείωση της ευημερίας σε σύγκριση με το 2005, με εξαίρεση τα άτομα άνω των 65 ετών, που εμφανίζουν σήμερα καλύτερη εικόνα από ό,τι πριν από είκοσι χρόνια. Αντίθετα, οι νέοι ηλικίας 16 έως 24 ετών παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη υποχώρηση, κυρίως σε ό,τι αφορά την υγεία. Από το 2021, τα προβλήματα μακροχρόνιας υγείας στους κάτω των 25 ετών αυξάνονται αισθητά.
Η έκθεση εξετάζει επίσης κατά πόσο διασφαλίζονται οι απαραίτητοι πόροι για την ευημερία των μελλοντικών γενεών. Ενώ το ανθρώπινο, κοινωνικό και οικονομικό κεφάλαιο καταγράφουν άνοδο, το περιβαλλοντικό κεφάλαιο —που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ποιότητα των υδάτων και τη βιοποικιλότητα— βρίσκεται σε σταθερή και σημαντική υποχώρηση από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Για πρώτη φορά, το Bureau fédéral du Plan αποτίμησε και τον αντίκτυπο του Βελγίου στην ευημερία άλλων χωρών, μέσω δέκα δεικτών. Τα αποτελέσματα δείχνουν θετική επίδραση στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στα εισοδήματα διεθνώς, αλλά αρνητική συμβολή σε ό,τι αφορά την κατανάλωση νερού και πρώτων υλών, καθώς και τους κινδύνους για την υγεία που σχετίζονται με τη χρήση χημικών ουσιών.
Το συνολικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: «Η σημερινή αναπτυξιακή πορεία του Βελγίου δεν είναι βιώσιμη», τονίζει η Patricia Delbaere, ειδική σε θέματα βιώσιμης ανάπτυξης στο BFP. Όπως επισημαίνει, όχι μόνο επιδεινώνεται το επίπεδο ευημερίας στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και ο τρόπος ζωής επηρεάζει αρνητικά τόσο τις επόμενες γενιές όσο και την ευημερία εκτός συνόρων.
Rapport du Bureau fédéral du Plan : le bien-être en Belgique atteint un plancher historique en 2024
Le Bureau fédéral du Plan dresse un constat préoccupant dans son rapport annuel consacré aux indicateurs de développement durable : en 2024, le niveau de bien-être en Belgique est au plus bas depuis le début des relevés en 2005. Par ailleurs, le pays ne serait en mesure d’atteindre qu’un peu plus d’un tiers des Objectifs de développement durable fixés par les Nations unies pour 2030.
Sur les 51 cibles évaluées, 19 sont considérées comme presque atteintes, un résultat en progression par rapport à l’année précédente. Les performances sont encourageantes en matière de formation tout au long de la vie, de protection des zones marines et d’investissements en recherche et développement. En revanche, des retards marqués persistent concernant le risque de pauvreté, le déclin des oiseaux des milieux agricoles et l’efficacité énergétique. De manière générale, les insuffisances concernent principalement les dimensions sociales.
L’évolution du bien-être depuis 2005 met en évidence une détérioration continue, culminant en 2024. La dégradation de la santé globale — physique comme mentale — ainsi que l’aggravation récente de plusieurs indicateurs socio-économiques, dont la privation matérielle sévère, expliquent en grande partie cette tendance.
Les écarts entre générations sont significatifs. Toutes les classes d’âge enregistrent un recul par rapport à 2005, à l’exception des personnes de plus de 65 ans, seules à afficher un niveau supérieur à celui d’il y a vingt ans. À l’inverse, les 16-24 ans subissent la baisse la plus marquée, notamment en matière de santé. Depuis 2021, les affections de longue durée progressent nettement chez les moins de 25 ans.
Le rapport examine également les ressources disponibles pour préserver le bien-être des générations futures. Si les capitaux humain, social et économique progressent, le capital environnemental — incluant la qualité de l’eau et la biodiversité — recule fortement et de façon continue depuis le début des années 1990.
Pour la première fois, le Bureau fédéral du Plan a aussi mesuré l’empreinte de la Belgique sur le bien-être à l’échelle internationale à l’aide de dix indicateurs. L’analyse met en évidence des effets positifs en matière de création d’emplois et de revenus, mais des impacts négatifs liés à la consommation de ressources naturelles et aux risques sanitaires associés à l’usage de substances chimiques.
Conclusion de l’institution : la trajectoire actuelle du pays n’est pas soutenable. Selon Patricia Delbaere, experte en développement durable au BFP, la Belgique voit non seulement son propre bien-être se dégrader, mais son mode de vie compromet également celui des générations futures ainsi que celui d’autres régions du monde.


Δεν υπάρχουν σχόλια για το άρθρο "Έκθεση Bureau fédéral du Plan: Σε ιστορικά χαμηλό το επίπεδο ευημερίας των Βέλγων το 2024"