- - https://www.newsville.be -

Ο Καθεδρικός Ναός των Βρυξελλών αναγνωρίζει επίσημα τον αντισημιτικό χαρακτήρα ιστορικών βιτρό

Σε μια ιδιαίτερα συμβολική κίνηση συμφιλίωσης και ιστορικής αυτοκριτικής, ο Αρχιεπίσκοπος Μέχελεν – Βρυξελλών Luc Terlinden παρουσίασε νέα αναμνηστική πλάκα στον Καθεδρικό Ναό των Αγίων Μιχαήλ και Γουδούλης στις Βρυξέλλες, αναγνωρίζοντας ρητά τον αντισημιτικό χαρακτήρα του θρύλου που απεικονίζεται στα ιστορικά βιτρό του ναού.

Η τελετή πραγματοποιήθηκε παρουσία του Αρχιραβίνου των Βρυξελλών Albert Guigui, σηματοδοτώντας μια σημαντική στιγμή διαλόγου και αναγνώρισης του πόνου που προκάλεσαν επί αιώνες συγκεκριμένες θρησκευτικές αφηγήσεις εις βάρος της εβραϊκής κοινότητας.

Τα περίφημα βιτρό του καθεδρικού απεικονίζουν τον λεγόμενο «Θρύλο του Θαύματος της Θείας Κοινωνίας» ή αλλιώς το «το Θαύμα της Ματωμένης Όστιας». Σύμφωνα με τον μεσαιωνικό θρύλο, Εβραίοι των Βρυξελλών τον 14ο αιώνα φέρονται να έκλεψαν καθαγιασμένους άρτους της Θείας Κοινωνίας και να τους τρύπησαν με μαχαίρι, με αποτέλεσμα – σύμφωνα με την αφήγηση – να αναβλύσει το αίμα του Χριστού.

Ο θρύλος αυτός οδήγησε το 1370 στην εκτέλεση έξι Εβραίων, οι οποίοι κάηκαν ζωντανοί στην κεντρική πλατεία των Βρυξελλών, εγκαινιάζοντας παράλληλα μια πολυετή παράδοση λατρείας του «θαύματος» μέσω θρησκευτικών τελετών και λιτανειών. Στα βιτρό του ναού, οι εβραϊκές μορφές απεικονίζονται με στερεοτυπικά και προσβλητικά χαρακτηριστικά, όπως γαμψές μύτες, στοιχείο που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις εδώ και δεκαετίες.

Η ίδια η ιστοσελίδα του καθεδρικού αναγνωρίζει πλέον ότι, κατά τον Μεσαίωνα, ο αντισημιτισμός ήταν βαθιά ριζωμένος στην Ευρώπη, ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμων, επιδημιών και λιμών, όταν οι εβραϊκές κοινότητες συχνά γίνονταν στόχος καχυποψίας και διώξεων.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα μετά τη Β’ Σύνοδο του Βατικανού τη δεκαετία του 1960, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία άρχισε να αποστασιοποιείται επίσημα από αντισημιτικές πρακτικές και αφηγήσεις. Το 1977 είχε τοποθετηθεί στον ναό μια πρώτη επεξηγηματική πλάκα, η οποία ωστόσο χαρακτηρίστηκε ασαφής και ανεπαρκής από την εβραϊκή κοινότητα, καθώς απέφευγε να κατονομάσει ξεκάθαρα τον αντισημιτισμό που συνδεόταν με τον συγκεκριμένο θρύλο.

Η νέα πλάκα, γραμμένη στα ολλανδικά, γαλλικά, αγγλικά και εβραϊκά, παρουσιάστηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης για τα 800 χρόνια του καθεδρικού ναού και αντικατέστησε την προηγούμενη επιγραφή. Το νέο κείμενο περιλαμβάνει σαφή αναφορά στον αντισημιτικό χαρακτήρα του θρύλου και εκφράζει επίσημη συγγνώμη προς την εβραϊκή κοινότητα.

Όπως δήλωσε ο κοσμήτορας των κεντρικών Βρυξελλών Benoît Lobet, η νέα πλάκα αποτελεί μια ξεκάθαρη αναγνώριση ότι η αφήγηση αυτή προκάλεσε βαθύ πόνο και στιγματισμό στους Εβραίους επί αιώνες. Το κείμενο συντάχθηκε σε συνεργασία με εκπροσώπους της εβραϊκής κοινότητας και της Αρχιεπισκοπής, με στόχο την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και την ενίσχυση της συμφιλίωσης.

Παράλληλα, απευθύνθηκε και δημόσια έκκληση να σταματήσει κάθε μορφή δημόσιας λατρείας ή εξύμνησης του συγκεκριμένου «θαύματος», το οποίο πλέον θεωρείται σύμβολο θρησκευτικού φανατισμού και αντισημιτικής προπαγάνδας.


La Cathédrale de Bruxelles reconnaît officiellement le caractère antisémite de ses vitraux historiques

Une nouvelle plaque commémorative présentée à la cathédrale Saints-Michel-et-Gudule exprime des excuses envers la communauté juive et condamne une légende médiévale longtemps associée à l’antisémitisme

La cathédrale Saints-Michel-et-Gudule de Bruxelles a franchi une étape importante dans la reconnaissance de son passé en dévoilant une nouvelle plaque explicative condamnant explicitement le caractère antisémite de la légende représentée dans plusieurs de ses vitraux historiques.

L’initiative a été portée par l’archevêque de Malines-Bruxelles Luc Terlinden, en présence du grand rabbin de Bruxelles Albert Guigui, lors d’une cérémonie marquée par une volonté affichée de mémoire, de dialogue et de réconciliation.

Les vitraux concernés illustrent le récit du « Miracle du Saint-Sacrement », également appelé « Miracle des hosties sanglantes ». Cette légende médiévale raconte qu’au XIVe siècle, des Juifs de Bruxelles auraient volé des hosties consacrées avant de les profaner au couteau, provoquant miraculeusement l’écoulement du sang du Christ.

À l’époque, cette accusation avait conduit à l’exécution de six Juifs sur la Grand-Place de Bruxelles en 1370. L’événement a ensuite alimenté pendant des siècles des cérémonies religieuses et des processions célébrant ce prétendu miracle. Les vitraux de la cathédrale représentent par ailleurs des figures juives à travers des stéréotypes caricaturaux typiques de l’antisémitisme médiéval.

Les autorités religieuses reconnaissent aujourd’hui que ce récit s’inscrivait dans un contexte européen marqué par la peur, les épidémies et les tensions sociales, où les communautés juives servaient fréquemment de boucs émissaires.

Une première plaque installée en 1977 évoquait déjà le caractère « légendaire » de cette histoire, mais son contenu avait été largement critiqué pour son manque de clarté et l’absence de condamnation explicite de l’antisémitisme. Des historiens et représentants de la communauté juive estimaient depuis longtemps que la cathédrale demeurait un symbole problématique de cette mémoire.

La nouvelle plaque, rédigée en français, néerlandais, anglais et hébreu, remplace désormais l’ancienne inscription. Elle reconnaît clairement la dimension antisémite du récit et présente des excuses officielles à la communauté juive pour les souffrances et les discriminations que cette légende a contribué à alimenter.

Le texte a été élaboré conjointement par l’archevêché et plusieurs représentants de la communauté juive. Selon le doyen du centre de Bruxelles Benoît Lobet, cette démarche vise à reconnaître publiquement le préjudice causé et à favoriser une réconciliation fondée sur la vérité historique.

Cette inauguration s’est tenue dans le cadre des célébrations du 800e anniversaire de la cathédrale, à l’issue d’une conférence consacrée aux vitraux médiévaux, aux miracles religieux et à l’antisémitisme en Europe.

À cette occasion, un appel a également été lancé afin de mettre définitivement fin à toute forme de vénération publique liée à ce prétendu miracle, désormais considéré comme un héritage problématique de l’intolérance religieuse médiévale.