- - https://www.newsville.be -

«Καποδίστριας: Ρηχή απόδοση σε μια φιλόδοξη και φιλότιμη προσπάθεια» από τον Άρη Μπόττα

Γράφει ο Άρης Μπόττας

Η Ελληνική Ιστορία είναι γεμάτη πρόσωπα που άφησαν τεράστια παρακαταθήκη στην παγκόσμια κληρονομιά. Και αν το ψάξεις, θα δεις ότι δεν υπάρχει κυριολεκτικά κανένας επιστημονικός, καλλιτεχνικός ή πολιτιστικός τομέας που να μην τον έχει «τερματίσει» κάποιος Έλληνας ή Ελληνίδα κάποτε. Ένας τέτοιος ήταν και ο Ιωάννης Καποδίστριας, του οποίου το διπλωματικό έργο, και ιδίως ο χειρισμός του για την ανεξαρτησία της Ελβετίας, διδάσκεται στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Θα έλεγα ότι ο χειρισμός του για την ανεξαρτησία της χώρας του είναι εξίσου παροιμιώδης.

Όταν αποφασίζεις, λοιπόν, να αγγίξεις μια τέτοια μορφή και να ασχοληθείς με τη βιογραφία της, οφείλεις να μελετήσεις πολύ βαθιά το έργο της και την προσωπικότητά της. Και όταν το μετουσιώσεις σε δικό σου έργο, να ενσκύψεις πάνω του με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήσεις την προσωπικότητα του ήρωά σου να κυριαρχήσει στο έργο και όχι να τον καταστήσεις προσωπικό σου ήρωα για να περάσεις τα δικά σου μηνύματα μέσω αυτού.

Ο κύριος Σμαραγδής παρουσιάζει έναν Καποδίστρια που τον υποδέχονται σαν Μεσσία, που του μιλάει μια… περίεργη Παναγία, παρουσιασμένη σε ένα άσπρο συννεφάκι σαν cartoon των Monty Pythons, να πιστεύει παρ’ όλα αυτά και στις μαντικές ικανότητες ενός ηλικιωμένου άντρα (!), να έχει έναν πρώην νέο μοναχό για δεξί του χέρι, ο οποίος το μόνο που κάνει είναι να του υπενθυμίζει, πάντα χαμογελαστός, ότι με τη βοήθεια του Θεού θα πάνε όλα καλά και ότι έχει το θείο χάρισμα, και τελικά να οδηγείται στον θάνατο ως πρόβατο επί σφαγή, πάλι σαν έναν άλλο Μεσσία: ότι ήξερε πως θα δολοφονηθεί και απλώς αποδέχθηκε τη μοίρα του και την «αποστολή» του.

Το τελευταίο δε, είναι ιδιαίτερα αντιφατικό σε σχέση με την πορεία του Καποδίστρια, όπως τη γνωρίζουμε μέσα από την Ιστορία. Δεν θα ήταν δυνατόν ποτέ ένας ηγέτης που έκανε τα πάντα για να δει τη χώρα του ελεύθερη και που αποδέχθηκε να γίνει κυβερνήτης της, αφήνοντας τη βολική θέση στην τσαρική αυλή, να δεχθεί έτσι απλά να θυσιαστεί πριν ολοκληρώσει το έργο του. Σαν απλός αναγνώστης της Ιστορίας, και όχι ιστορικός μελετητής, αμφιβάλλω πως ένας φιλόδοξος, αναγνωρίσιμος και ευπατρίδης πολιτικός επιθυμεί ο ίδιος να πεθάνει και να δώσει ένα ξαφνικό τέλος σε μια τόσο δημιουργική και επιτυχημένη διαδρομή, επιλέγοντας ένα μοιρολατρικό τέλος χωρίς καν να προσπαθήσει να βρει λύση στο πρόβλημα, όπως πάντα έκανε.

Επιπλέον, ο μεσσιανισμός που χαρακτηρίζει τον Καποδίστρια του κ. Σμαραγδή υποβιβάζει την αξιοσύνη του μεγάλου διπλωμάτη. Το να πιστεύουμε ότι λειτουργούσε ως θεόσταλτος μειώνει τις ίδιες του τις ικανότητες. Εδώ είναι ακριβώς που ο σκηνοθέτης αξιοποιεί τον ήρωά του για να περάσει τα δικά του πνευματικά πιστεύω. Χωρίς να αμφιβάλλω για την ενδεχόμενη πίστη του κυβερνήτη, δεν είναι σίγουρα αυτό που τον χαρακτηρίζει, όταν έχει βιογραφικό γεμάτο κατορθώματα επί τρεις δεκαετίες. Και, γενικώς, δεν είναι δυνατόν να φτιάχνεις ταινία για κάποιο πρόσωπο και να υποδηλώνεις ότι τον καθοδηγούσε ο Θεός και του μιλούσε η Παναγία, γι’ αυτό και τα κατάφερνε. Εκτός αν κάνεις ταινία για τον Άγιο Παΐσιο — αλλά αυτό είναι κάτι άλλο.

kapodistrias 2

Με έναν τέτοιο τραυματισμένο ήρωα, η υπόλοιπη ταινία δεν θα μπορούσε να πατάει γερά στα πόδια της. Ο Μέττερνιχ, που στην πραγματικότητα ήταν νέος και όχι ηλικιωμένος, παρουσιάζεται ως ο Δρακουμέλ που θέλει να «φάει» τον Καποδίστρια, λες και δεν είχε άλλη έγνοια στη ζωή του, ενώ ήταν καγκελάριος μιας ολόκληρης υπερδύναμης. Έχει στήσει δε, και καθημερινές παρτίδες με έναν άγγλο διπλωμάτη και στήνουν πλεκτάνες κατά του έλληνα κυβερνήτη. Το τραπέζι πρέπει να έχει ανοίξει λακκούβα από την οργή του Αυστριακού, που ίσως έχει βάλει και τη Μάτζικα ντε Σπελ να ετοιμάσει κανένα ξόρκι κατά του Κερκυραίου πολιτικού.

Οι έλληνες οπλαρχηγοί, αντίπαλοι του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, παρουσιάζονται σχεδόν γραφικοί — ειδικά ο Παύλος Κοντογιαννίδης στον ρόλο του Κουντουριώτη, που μου θύμισε τον μανιακό δολοφόνο Τζακ στους «Απαράδεκτους». Με τον ερχομό του κυβερνήτη στο Ναύπλιο έχει διαρκώς παρεάκι, στο μεταξύ, τον Κολοκοτρώνη (!), με έναν «μικρό», κατά τη γνώμη μου, ηθοποιό σε αυτόν τον ρόλο (αν θυμάται κανείς τον Δημήτρη Ιωακειμίδη ως Κολοκοτρώνη στον «Παπαφλέσσα», καταλαβαίνει τι εννοώ.) Άλλη μία λανθασμένη προσέγγιση απέναντι στην τεράστια φυσιογνωμία του Γέρου του Μοριά.
Τα σημαντικά διπλωματικά γεγονότα που αποτελούν τα παράσημα του κυβερνήτη, όπως η ελβετική ανεξαρτησία και η Συνθήκη του Λάιμπαχ, παρουσιάζονται ακροθιγώς και χωρίς τη σοβαρότητα της ιστορικής τους βαρύτητας, με χαρακτήρες που αγγίζουν μορφές παιδικής ταινίας και όχι σοβαρής δραματουργίας. Δεν υπάρχει καμία εμβάθυνση σε χαρακτήρες, παρά μόνο στον ίδιο τον Καποδίστρια, και αυτό με τον τρόπο που περιέγραψα, ενώ η υπόνοια ότι ο Μέττερνιχ και ο Μέισον, σε μια κρίση αυτογνωσίας, αναρωτιούνται αν κάνουν το καλό που «θα φάνε» τον Καποδίστρια και ποιος τελικά «θα μείνει» στην Ιστορία, δεν πείθει. Οι δε ερμηνείες… κατά τη γνώμη μου, διασώθηκαν μόνο από τον Τάσο Χαλκιά και τη Μαίρη Βιδάλη, στα λίγα δευτερόλεπτα που εμφανίστηκε ως Μαντώ Μαυρογένους. Ήταν η μόνη στιγμή που κάπως συγκινήθηκα.

Το έργο στέκεται αρκετά στη ρομαντική σχέση του Καποδίστρια με τον έρωτα της ζωής του, τη Ρωξάνδρα Στούρτζα — κατανοητό και ευκταίο — χωρίς όμως να μας πείθει για ποιο λόγο ο κυβερνήτης δεν προσπάθησε να την αποσπάσει από τον αντίζηλό του στην αρχή της ταινίας και γιατί δεν την πήρε ποτέ μαζί του στο Ναύπλιο στο τέλος. Στα συγκεκριμένα ενσταντανέ ο Καποδίστριας έλαμψε διά της σιωπής του, ίσως γιατί ο κ. Σμαραγδής θα έπρεπε να παρουσιάσει τον κυβερνήτη ως έναν ιδανικό αλλά ανάξιο εραστή ή ίσως γιατί θα ήταν πολύ επίγειο και αμαρτωλό για έναν τόσο θρησκόληπτο — υποτίθεται — άντρα.

Και φτάνουμε στην τελική σκηνή, όπου ο κυβερνήτης δολοφονείται. Και να μην έχεις ιδέα ότι ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε, η τελευταία σκηνή προετοιμάζει τα παιδάκια για το κακό: ο Ιωάννης περπατά αργά σαν πρόβατο στη σφαγή και, ξαφνικά, από το πουθενά, ως διά μαγείας, εμφανίζεται ένα τσούρμο μαυροντυμένες γυναίκες, σαν τον Χορό στο αρχαίο θέατρο, και τον ακολουθούν. Το ότι ο κυβερνήτης επρόκειτο να δολοφονηθεί «βρωμάει» από το λιμάνι μέχρι την Αριστοτέλους, όπου βρέθηκα για να δω την ταινία. Στοιχείο έκπληξης: υπό του μηδενός. Ακολουθούν οι τίτλοι τέλους, χωρίς ούτε μία ιστορική αναφορά στο τι δεν είδαμε και στο τι ακολούθησε για τη μοίρα της Ψωροκώσταινας, που τρώει τα καλύτερα παιδιά της.

kapodistrias 1

Πραγματικά, αν ξαναδώ την ταινία, θα μπορούσα να γράψω άλλα τόσα — σίγουρα όχι θετικά. Και ζητώ συγγνώμη και λυπάμαι που είμαι τόσο καταγγελτικός απέναντι σε μια πατριωτική ταινία που περίμενα με ανυπομονησία, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, γιατί αγαπώ την Ιστορία του τόπου μου και, ως απόφοιτος Διεθνών Σχέσεων και Διπλωματίας, θαυμάζω απεριόριστα τον Ιωάννη Καποδίστρια. Προσφάτως κυκλοφόρησε ένα ντοκιμαντέρ παραγωγής Cosmote αφιερωμένο στον κυβερνήτη, με πρωταγωνιστή τον Σπύρο Σταμούλη. Το συνιστώ.

Επιστρέφοντας και κλείνοντας για την ταινία, θα έλεγα ότι, συν τοις άλλοις, το λάθος του κ. Σμαραγδή ήταν ότι έβαλε πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη, προσπαθώντας, σε μια ιστορία διάρκειας δύο ωρών, να παρουσιάσει όλες τις πτυχές μιας κολοσσιαίας προσωπικότητας. Αυτό θα απαιτούσε τουλάχιστον μία μίνι σειρά και, μεταξύ μας, έναν πολύ ικανότερο σκηνοθέτη. Θα μπορούσε απλώς να περάσει έμμεσα τις επιτυχίες του πριν γίνει κυβερνήτης και να σταθεί στα κύρια κατορθώματά του για την πατρίδα μας, αφού έγινε κυβερνήτης: δηλαδή σε όλες τις ενέργειες που έκανε από το 1827 και μετά στη διπλωματική σκακιέρα, κερδίζοντας μια πολύ δύσκολη μάχη με αντιπάλους κυρίως την Αγγλία, αλλά και στην καταπληκτική του εσωτερική πολιτική, που έβαλε τον θεμέλιο λίθο στο νεοπαγές και υπερπροβληματικό ελληνικό κράτος.

Αλλά ΟΚ, αναγνωρίζω κάποια πράγματα από την προσπάθεια του κ. Σμαραγδή και σέβομαι την πρόθεσή του να δημιουργήσει ένα έργο για αυτή τη μεγάλη προσωπικότητα. Θέλω να πιστεύω ότι η συγκίνηση που θα προκάλεσε — έστω και με αυτόν τον τόσο επιτηδευμένο τρόπο — θα παρακινήσει κάποιους να διαβάσουν την αληθινή ιστορία του ήρωα και να μάθουν πως υπήρξε κάποτε ένας Έλλην πολιτικός που έκανε τόσα. Θετικά και τα μηνύματα για μια πολιτική αλτρουιστική, με γνώμονα το συμφέρον της πατρίδας και του λαού· αξίες από τις οποίες διαπνεόταν ο Καποδίστριας και τις οποίες ακολούθησε απερίσπαστος, σε εποχές που τα έχουμε ξεχάσει, με τους Μαυρογιαλούρους που έχουμε μπλέξει.
Θετική και η υπόνοια ότι πίσω από τη δολοφονία του κρύβονταν οι Άγγλοι, που, αν και δεν έχει επαληθευθεί ιστορικά, φαντάζει πιθανή, εξαιτίας των γεγονότων της περιόδου 1827–1831, ασχέτως αν μας γκρίνιαξαν επίσημα.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια ταινία που επουδενί μπορεί να σταθεί καλλιτεχνικά, αλλά αποτελεί μια προσπάθεια να πει κάτι — υπερβολικά μεν, καλοπροαίρετα δε — με διαχρονικά θετικά μηνύματα. Λένε ότι πολεμήθηκε για να μη βγει στις αίθουσες, κάτι που δεν καταλαβαίνω, αλλά ούτε και αποκλείω με όσα ζούμε. Αν δεν είναι διαφημιστικό τρικ, ίσως αυτό είναι το πιο ουσιώδες που πρέπει να κρατήσουμε. Οι αξίες και το τεράστιο έργο του κυβερνήτη ξεπερνούν σκηνοθετικές μπαγκέτες και στέλνουν διαχρονικά μηνύματα που πονούν ακόμη και σήμερα.