Σχεδόν επτά δεκαετίες μετά την τραγωδία του Bois du Cazier στη Marcinelle του Charleroi, δύο ακόμη θύματα της φονικής πυρκαγιάς στο ανθρακωρυχείο ταυτοποιήθηκαν επίσημα, χάρη σε μια πολύχρονη έρευνα DNA που συνεχίζεται από το 2019.
Η καταστροφή της 8ης Αυγούστου 1956, που στοίχισε τη ζωή σε 262 ανθρώπους, θεωρείται μέχρι σήμερα η χειρότερη βιομηχανική τραγωδία στην ιστορία του Βελγίου. Οι περισσότεροι από τους νεκρούς ήταν Ιταλοί μετανάστες εργάτες, που είχαν έρθει στο Βέλγιο στο πλαίσιο μεταπολεμικών συμφωνιών εργασίας.
Ανάμεσα στα θύματα, 14 σοροί δεν είχαν ποτέ αναγνωριστεί. Για δεκαετίες παρέμεναν θαμμένες ως ανώνυμες στον τιμητικό χώρο του κοιμητηρίου της Marcinelle, ενώ τα ονόματα των αγνοουμένων υπήρχαν μόνο στα αρχεία του ορυχείου.
Η έρευνα για την ταυτοποίηση ξεκίνησε έπειτα από πρωτοβουλία του Michele Cicora, γιου του Francesco Cicora, ενός από τους αγνοούμενους εργάτες που δεν είχαν ποτέ αναγνωριστεί επισήμως. Η προσπάθειά του οδήγησε σε μια πρωτοφανή διαδικασία εκταφών και συγκρίσεων DNA με συγγενείς των θυμάτων.
Οι εκταφές πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 2021 και τα πρώτα αποτελέσματα ήρθαν το 2022, όταν αναγνωρίστηκε ο Oscar Pellegrims. Ακολούθησαν οι Dante Di Quillo και Rocco Ceccomancini το 2024, ενώ το 2025 ταυτοποιήθηκε και ο Reinhold Heller.
Τώρα, δύο ακόμη ονόματα προστέθηκαν στη λίστα των θυμάτων που δεν παραμένουν πλέον ανώνυμα: ο Pietro Basso, που καταγόταν από το Fiume Veneto του Φρίουλι της Ιταλίας και πέθανε σε ηλικία μόλις 26 ετών, και ο Secondo Petronio, από την περιοχή του Αμπρούτσο, ο οποίος εργαζόταν στο ορυχείο λιγότερο από έναν χρόνο πριν από την καταστροφή. Ήταν 36 ετών.
Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, οι ανώνυμες ταφές μειώθηκαν πλέον από 14 σε 8.
Οι ταυτοποιήσεις έγιναν δυνατές χάρη στη συνεργασία του Εθνικού Ινστιτούτου Εγκληματολογίας και Εγκληματολογικών Ερευνών του Βελγίου (INCC), ανθρωπολόγων, οδοντοδικαστών και ιατροδικαστών, οι οποίοι εργάζονται εδώ και σχεδόν έξι χρόνια για να αποδώσουν ταυτότητα στα θύματα.
Η τραγωδία του Bois du Cazier ξέσπασε όταν εκδηλώθηκε φωτιά στις στοές του ανθρακωρυχείου. Η καταστροφή αποκάλυψε τις σοβαρές ελλείψεις ασφαλείας που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στα βελγικά ορυχεία, παρά το γεγονός ότι το μεταλλείο λειτουργούσε σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες — αλλά εξαιρετικά χαλαρούς — κανονισμούς.
Μετά το δυστύχημα, οι ευρωπαϊκοί κανόνες ασφάλειας αυστηροποιήθηκαν σημαντικά, υπό την πίεση και της τότε νεοσύστατης Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα.
Η καταστροφή επηρέασε επίσης βαθιά τη μεταναστευτική πολιτική του Βελγίου. Η Ιταλία, που είχε συνάψει συμφωνία με το Βέλγιο για αποστολή εργατών στα ανθρακωρυχεία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απαίτησε καλύτερες συνθήκες εργασίας. Το Βέλγιο στράφηκε σταδιακά σε νέες συμφωνίες με άλλες χώρες, όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, αργότερα το Μαρόκο και η Τουρκία.
Το ορυχείο έκλεισε οριστικά στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και σήμερα λειτουργεί ως χώρος μνήμης και μουσείο, αφιερωμένο στα θύματα και στην ιστορία της εργατικής μετανάστευσης στο Βέλγιο.
Catastrophe du Bois du Cazier : deux nouvelles victimes identifiées près de 70 ans après le drame
Le travail d’identification ADN se poursuit à Marcinelle pour redonner un nom aux mineurs restés anonymes depuis 1956
Près de soixante-dix ans après la catastrophe du Bois du Cazier, survenue à Marcinelle, deux nouvelles victimes du drame minier de 1956 ont pu être officiellement identifiées grâce aux analyses ADN menées depuis plusieurs années.
Le terrible incendie qui s’était déclaré le 8 août 1956 dans les galeries du charbonnage avait provoqué la mort de 262 mineurs, faisant de cet accident la plus grave catastrophe industrielle de l’histoire belge. Une grande majorité des victimes étaient des travailleurs italiens venus en Belgique dans le cadre des accords de main-d’œuvre conclus après la Seconde Guerre mondiale.
Pendant des décennies, 14 victimes étaient restées sans identité officielle. Leurs tombes anonymes reposaient dans le carré d’honneur du cimetière de Marcinelle, tandis que leurs noms figuraient toujours sur les registres des ouvriers descendus dans la mine ce matin-là.
L’enquête visant à identifier ces victimes oubliées a véritablement commencé en 2019 à l’initiative de Michele Cicora, dont le père Francesco faisait partie des disparus non identifiés. Cette démarche a conduit à une vaste opération mêlant exhumations, recherches familiales et comparaisons ADN avec des descendants des mineurs.
Les premières exhumations ont eu lieu en octobre 2021. Depuis, plusieurs identifications ont pu être confirmées : Oscar Pellegrims en 2022, puis Dante Di Quillo et Rocco Ceccomancini en 2024, suivis de Reinhold Heller l’année dernière.
Deux nouveaux noms viennent désormais s’ajouter à cette liste : Pietro Basso, originaire du Frioul et décédé à seulement 26 ans, ainsi que Secondo Petronio, venu des Abruzzes et arrivé au Bois du Cazier moins d’un an avant la catastrophe. Il avait 36 ans.
Grâce à ces nouvelles avancées, le nombre de victimes encore anonymes passe désormais de quatorze à huit.
Ces identifications ont été rendues possibles grâce au travail de longue haleine de l’Institut national de criminalistique et de criminologie (INCC), épaulé par des anthropologues, odontologues et médecins légistes mobilisés depuis près de six ans.
La catastrophe du Bois du Cazier avait profondément marqué la Belgique et l’Europe. L’incendie avait mis en lumière les failles importantes des normes de sécurité de l’époque dans les charbonnages belges, malgré le fait que la mine respectait alors les réglementations en vigueur.
Le drame a également eu des conséquences majeures sur la politique migratoire belge. Après la catastrophe, l’Italie avait exigé de meilleures conditions de travail pour ses ressortissants. La Belgique avait alors progressivement diversifié le recrutement de travailleurs étrangers vers d’autres pays comme l’Espagne, la Grèce, puis le Maroc et la Turquie.
Fermé à la fin des années 1960, le site du Bois du Cazier est aujourd’hui devenu un lieu de mémoire et un musée, consacré à l’histoire minière et aux migrations ouvrières en Belgique.