- - http://www.newsville.be -

Couvre-feu: από τις φωτιές στην απαγόρευση κυκλοφορίας

Στις 17 Οκτωβρίου 2020, λόγω της αύξησης των κρουσμάτων του covid-19 και των θανάτων στο Βέλγιο, ο πρωθυπουργός Alexander De Croo ανακοίνωσε εθνική απαγόρευση της κυκλοφορίας από τα μεσάνυχτα έως τις 05:00 π.μ. τοπική ώρα. Η απαγόρευση της κυκλοφορίας τέθηκε σε ισχύ την Δευτέρα 19 Οκτωβρίου και θα διαρκέσει τέσσερις εβδομάδες. Επιπρόσθετα, το Σάββατο 24 Οκτωβρίου η Κυβέρνηση των Βρυξελλών αποφάσισε την αυστηροποίηση του μέτρου, εφαρμόζοντας απαγόρευση κυκλοφορίας στην πρωτεύουσα από τις 22.00 μέχρι τις 6 τα ξημερώματα.

Με άλλα λόγια, η φράση «couvre-feu» μπήκε για τα καλά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Τι σχέση όμως έχει η φωτιά (feu) με τους περιορισμούς στην μετακίνηση;

Όπως γράφει στην σελίδα του ο μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος (τον οποίο είχαμε τη χαρά να δούμε και να ακούσουμε στις Βρυξέλλες τον Μάρτιο του ’18, καλεσμένο του Κύκλου και του CliqueArt):

Πράγματι, η απαγόρευση της κυκλοφορίας, κυρίως τη νύχτα, λέγεται στα γαλλικά couvre-feu. Και λίγα γαλλικά κι αν ξέρει κανείς, θα θυμάται ότι feu είναι η φωτιά, ίσως και ότι couvre σημαίνει «καλύπτω, σκεπάζω», του ρήματος couvrir στο απαρέμφατο, απ’ όπου έχουμε στα ελληνικά την κουβερτούρα ή το κουβέρ των εστιατορίων, ενώ από την ίδια λατινική ρίζα, αλλά από τα ιταλικά, έχουμε την πολύ πιο κοινή κουβέρτα.

Ποια σχέση έχει όμως η απαγόρευση της κυκλοφορίας με το σκέπασμα της φωτιάς;

Η απάντηση βρίσκεται στην ιστορία της λέξης. Τον παλιό καιρό, πριν από τον ηλεκτροφωτισμό των σπιτιών, σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις σε κάποια ορισμένη ώρα της νύχτας, έβγαινε ο τελάλης ή χτυπούσε ένα καμπανάκι για να ειδοποιηθούν οι κάτοικοι να προφυλάξουν τις ανοιχτές φωτιές στα τζάκια και να σβήσουν δαδιά και φωτιστικά στα σπίτια τους, και να ετοιμαστούν για ύπνο, ως μέτρο για να αποφεύγονται οι πυρκαγιές από τα ξεχασμένα τζάκια ή άλλες αναμμένες φωτιές. (Να θυμίσουμε ότι το αστικό σπίτι της εποχής δεν είχε ένα τζάκι στο σαλόνι αλλά σχεδόν ένα σε κάθε δωμάτιο και βέβαια ότι για τον φωτισμό χρησιμοποιούνταν δάδες και συναφή).

Αυτό ήταν μεσαιωνικό έθιμο, αλλά τον 19ο αιώνα η λέξη πήρε τη γενικότερη σημασία της απαγόρευσης νυχτερινής κυκλοφορίας στις πόλεις είτε για λόγους δημόσιας υγείας είτε για λόγους ασφάλειας (και βέβαια στις κατεχόμενες πόλεις).

Η γαλλική λέξη πέρασε και στα παλιά αγγλικά ως curfeu, τον 14ο αιώνα, για να εξελιχθεί στο σημερινό αγγλικό curfew, που δεν θυμίζει και πολύ την προέλευσή του.

Και το curfew είχε αρχικά τη σημασία της ειδοποίησης να σκεπάσουν οι κάτοικοι τις ανοιχτές φωτιές στα τζάκια στα σπίτια τους και σταδιακά πήρε τη σημασία της απαγόρευσης της νυχτερινής κυκλοφορίας.

Αυτά γράφει ο Σαραντάκος και συμπληρωματικά, στο λήμμα του «curfew» στην Wikipedia διαβάζουμε συγκεκριμένα ότι ο νόμος αυτός – ότι δηλαδή φωτιστικά και τζάκια πρέπει να σβήνουν το βράδυ- έγινε πράξη από τον Γουλιέλμο τον Α” της Αγγλίας (γνωστότερο ίσως και σαν Γουλιέλμος ο Κατακτητής).

Πράγματι, στο online ιστορικό ετυμολογικό λεξικό του Bailey, στο λήμμα για το «curfew» διαβάζουμε το εξής:

couvrefeu etymology lexicon

Βλέπουμε, δηλαδή, και σε δεύτερο λήμμα, ότι σήμαινε το προειδοποιητικό καμπανάκι, στις 20.00. Κι αν παραμένει η απορία τι δουλειά έχουν τα γαλλικά μέσα στην αγγλική γλώσσα, η απάντηση είναι πάλι στην ιστορία: Μετά την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς τον 11ο αιώνα, η αρχαία αγγλική γλώσσα επηρεάστηκε δραματικά από τα νορμανδικά, που δεν είναι παρά μια μορφή της γαλλικής γλώσσας εκείνης της εποχής.

Και να πως φτάσαμε από το τζάκι και την φωτιά, στους άδειους σύγχρονους δρόμους.